χαρτογράφηση αλληλοπλεκόμενων διοικητικών συμβουλίων στο σύστημα πληρωμών της καπ
Από την ΑΔΑΕ αναμένουν 640 χιλιάδες δικαιούχοι, αγρότες, κτηνοτρόφοι, αλιείς, και επιχειρήσεις της αγροδιατροφής να εισπράξουν φέτος τις πληρωμές της ΚΑΠ από το σύνολο των €2,7 δισ. των πιστώσεων που εισπράτει κάθε χρόνο η χώρα από την ΕΕ. Μετά την 1/1/2026 ύστερα από τις καταιγιστικές αποκαλύψεις για κακοδιαχείρηση και το λεγόμενο «σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ» ο οργανισμός αυτός καταργήθηκε μετά από 23 χρόνια λειτουργίας. Σκοπός της διοικητικής αυτής αλλαγής σύμφωνα με την Κυβέρνηση, ήταν «να μπει τέλος σε παθογένειες δεκαετιών στο σύστημα των αγροτικών επιδοτήσεων». Πόσο μπορούμε να είμαστε αισιόδοξοι ότι οι παθογένειες που καθ’ ομολογία της κυβέρνησης δημιουργήθηκαν, διογκώθηκαν και κατόρθωσαν να επιβιώσουν επί δεκαετίες, θα θεραπευθούν με μια διοικητική αλλαγή στην κορυφή ενώ το όλον σύστημα διακυβέρνησης πληρωμών ΚΑΠ θα παραμείνει ως έχει; Στην σύντομη αυτή μελέτη επιχειρούμε μια καταγραφή της διακυβέρνησης του συστήματος πληρωμών ΚΑΠ χαρτογραφώντας το δίκτυο επιχειρήσεων που υποστηρίζουν και επιχειρούν μέσα και γύρω από το σύστημα πληρωμών ΚΑΠ που από 1/1/2026 θα διαχειρίζεται η ΑΑΔΕ. Η χαρτογράφηση περιλαμβάνει τις μεγαλύτερες από τις επιχειρήσεις του συστήματος που όπως καταδεικνύεται, συνδέονται μεταξύ τους με ένα δίκτυο αλληλοπλεκομένων διοικητικών συμβουλίων και μετοχικού κεφαλαίου. Η χαρτογράφηση του δικτύου δεν αποτελή απόδειξη παράνομης ή εξωθεσμικής συμπεριφοράς. Σκοπό έχει να καταδείξει με ποσοτικά στοιχεία που έιναι όλα δημόσια και διαθέσιμα, μια πλευρά της δομής του συστήματος πληρωμών στην οποία δεν έχει δωθεί η απαραίτητη προσοχή στην μέχρι τώρα συζήτηση και ανάλυση του συστήματος πληρωμών και του όλου συστήματος αγροδιατροφής.
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (ερρο) απέστειλε στις 3 Απριλίου 2025, στην Βουλή των Ελλήνων έναν κατάλογο 14 προσώπων, 11 εκ των οποίων ήταν ενεργοί βουλευτές και μερικοί πρώην υπουργοί σχετικά με αυτό που αμέσως ονομάστηκε από τον Ελληνικό και διεθνή τύπο "σκάνδαλο οπεκεπε". Ήταν η δεύτερη δικογραφία της ερρο καθώς την 5η Μαρτίου 2025 η
Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε αποστείλει κατηγορίες στα Ελληνικά δικαστήρια για 100
πρόσωπα για απάτη με αγροτικά κονδύλια με συνολική ζημιά €2.9 εκ. στον
προϋπολογισμό της Ε.Ε. Ακολούθησε μια μακρά διαδικασία με Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής (15/09/2025-26/02/2026). Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν ο ν5264/2025 που καταργούσε τον οπεκεπε και από την 1/1/2026 ανέθεσε τις αρμοδιότητές στην Γενική Διεύθυνση Ελέγχων, Ενισχύσεων και Πληρωμών (γδελεπ), της ααδε (Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων).
![]()
Η υπόθεση εργασίας σε αυτή την σύντομη μελέτη είναι πως μια σημαντική παράμετρος του "σκανδάλου" και κυρίως του γενικότερου ζητήματος της γεωργίας και αγροδιατροφής της χώρας, είναι η οικονομική και
επιχειρηματική οργάνωση και διακυβέρνηση του συστήματος αγροδιατροφής. Άρα προέχει ερευνητικά να χαρτογραφηθεί το σύστημα διακυβέρνησης, κάτι που δεν έχουμε βρεί μέχρι τώρα στην υπάρχουσα βιβλιογραφία. Ειδικά η μελέτη αυτή αφορά στην διάρθρωση της οικονομικής και επιχειρηματικής αλυσίδας και στην διερεύνηση της ύπαρξης δικτύων αλληλοπλεκόμενων
επιχειρήσεων. Κυρίως τις επιχειρήσεις που φαίνεται να έχουν άμεσο ή έμμεσο ρόλο, αφ' ενός στην κατανομή της προστιθέμενης αξίας στο σύστημα αγροδιατροφής και αφ' ετέρου να έχουν πιθανόν καταλυτικό ρόλο στην διακυβέρνηση του συστήματος διαχείρησης και κατανομής των κονδυλίων της κοινής
αγροτικής πολιτικής (καπ). Η συμμετοχή κάποιας επιχείρησης στο δίκτυο, δεν υποθέτει a-priori, ούτε και αποδεικνύει από μόνη της, παράνομη, εγκληματική ή αντιθεσμική συμπεριφορά εκ μέρους των αλληλοπλεκομένων επιχειρήσεων. Επίσης πρέπει να διευκρινιστεί ότι η "αλληλοπλοκή" είναι διαφορετική έννοια και πρακτική από την "διαπλοκή". Η "αλληλοπλοκή" αφορά στις σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων μέσω διοικητικών συμβουλίων ή μετοχών. Η "διαπλοκή" αφορά στις σχέσεις - συχνά μή θεσμικές - μεταξύ οικονομικών παραγόντων και κυβερνητικών ή πολιτικών στελεχών και οργανισμών. Η χαρτογράφηση του δικτύου αλληλοπλεκομένων επιχειρήσεων που παρουσιάζεται παρακάτω είναι το πρώτο βήμα για την κατανόηση της δομής του συστήματος και γιά την περαιτέρω ανάλυση της επιχειρηματικής συμπεριφοράς που θα πρέπει να ακολουθήσει σε μελοντικές έρευνες.
Αλληλοπλεκόμενες
θεωρούνται δύο, ή περισότερες επιχειρήσεις που μοιράζονται ή ανταλλάσουν μέλη
διοικητικών συμβουλίων (ΔΣ) ή και μετοχών. Το φαινόμενο των
αλληλοπλεκόμενων διοικητικών συμβουλίων (interlocking boards of
directors) είναι γνωστό στην
διεθνή βιβλιογραφία και νομολογία ήδη από το 1914 (Clayton Act, USA). Συχνά παρατηρείται και η συγγενής πρακτική των "περιστρεφόμενων θυρών"
(revolving doors) όπου κάποιοι σύμβουλοι μετακινούνται εναλλακτικά
μεταξύ ΔΣ εταιριών ή και δημοσίων οργανισμών. Ενώ όλες οι πρακτικές αυτές είναι κατ’
αρχή νόμιμες, η διεθνής βιβλιογραφία και εμπειρία σχετικά με επιχειρήσεις με
αλληλοπλεκόμενα διοικητικά συμβούλια μας δείχνει μερικές ενδιαφέρουσες υποθέσεις εργασίας. Ότι, για παράδειγμα, συχνά η αλληλοπλοκή με ανταλλαγή συμβούλων και μετοχών ενδέχεται να προσδώσει δυσανάλογα μεγάλη ισχύ στις αλληλοπλεκόμενες επιχειρήσεις και να αλλοιώσει τον
υγιή ανταγωνισμό στην αγορά. Δυνητικά, το δίκτυο και κάθε μιά από τις
αλληλοπλεκόμενες επιχειρήσεις μπορεί να αποκτήσουν πλεονέκτημα έναντι των μικρότερων και
μη-αλληλοπλεκόμενων επιχειρήσεων, έχοντας καλύτερη πληροφόρηση, ισχύ στην
αγορά, πιθανή πολιτική μόχλευση και συχνά καλύτερη πρόσβαση σε χρηματοδοτικούς πόρους. Διεθνώς, αναφέρονται παραδείγματα όπου η πρακτική αυτή τιμωρείται νομικά και επιβάλονται πρόστιμα στος εμπλεκομενες επιχειρήσεις όταν αποδειχθεί αντιθεσμική ή παράνομη συμπεριφορά.
Η μελέτη αυτή αποτελεί μια πρώτη χαρτογράφηση του δικτύου των επιχειρήσεων που επιχειρούν στο σύστημα γεωργικών πληρωμών. Οι υποθέσεις εργασίας που παραθέσαμε παραπάνω προέρχονται από την διεθνή εμπειρία και βιβλιογραφία και δεν αποτελούν απόδειξη, ούτε ένδειξη συμπεριφοράς των επιχειρήσεων που αναλύονται εδώ. Παραθέτουμε στο τέλος ενδεικτικά ένα μικρό μέρος της μεγάλης σχετικής διεθνούς βιβλιογραφίας.
το δίκτυο αλληλοπλεκόμενων εταιρικών συμβουλίων
τραπεζα πειραιως. Ιδρύθηκε το 1916, εντάχτηκε στην Εμπορική Τράπεζα το 1963, το 1975 πέρασε σε κρατικό έλεγχο και ιδιωτικοποιήθηκε το 1991, στην συνέχεια γιγαντώθηκε απορροφώντας την ΕΤΒΑ και την Τράπεζα Μακεδονία-Θράκης καθώς και Τράπεζες του εξωτερικού (Βουλγαρία, Κύπρος). Το 2012, μετά τον διαχωρισμό της Αγροτικής Τράπεζας (ΑΤΕ) η πειραιως αποκτά την "καλή" ΑΤΕ με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδας και του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας. Με την συγχώνευση αυτή η πειραιως απέκτησε όλο το δίκτυο καταστημάτων της ΑΤΕ, τις καταθέσεις, τα εξυπηρετούμενα δάνεια και το προσωπικό. Η πειραιως απέκτησε καί όλο το δίκτυο πελατών της ΑΤΕ που κυρίως είναι αγρότες και επιχειρήσεις του συστήματος αγροδιατροφής.
neuropublic. Ιδρύθηκε το 2006, την χρονιά που ξεκίνησε η υποχρεωτικά ηλεκτρονική υποβολή δηλώσεων ΟΣΔΕ. Από τότε η neuropublic έχει την αποκλειστική διαχείριση και κατά συνέπεια την κατοχή όλων των σχετικών ιστορικών ηλεκτρονικών αρχείων. Η neuropublic ιδρύθηκε και λειτουργεί ως ανώνυμη εταιρία με δύο κατηγορίες μετόχων όπως εμφανίζονται στο καταστατικό (2024): δύο μέτοχοι πλειοψηφίας που είναι αντίστοιχα η διευθύνουσα σύμβουλος (κατέχει 57.94% των μετοχών) και ο αντιπρόεδρος και managing director (10.84%). Μειοψηφικοί μέτοχοι εμφανίζονται η πειραιως (4.21%), η latsco Family Office (20%) του Όμιλου Λάτση μέσω της εταιρίας gunnera investments limited. Η gunnera είναι υπεράκτια εταιρία με έδρα την Κύπρο, στο ΔΣ της οποίας εμφανίζονται μέλη της Κυπριακής νομικής εταιρίας inter jura cy. Από εκεί και πέρα χάνονται τα ίχνη της gunnera. Οι gunnera (latsco) και πειραιως έχουν προνομιακά μετοχικά δικαιώματα (προτίμησης, συνοδείας και έλξης) σε σχέση με τους υπόλοιπους μετόχους. Στο 9-μελές ΔΣ της neuropublic εκτός από τους δύο μετόχους πλειοψηφίας που κατέχουν συνολικά 68.8%, τα υπόλοιπα 7 μη-εκτελεστικά μέλη προέρχονται κυρίως από το στενό δίκτυο αλληλοπλεκόμενων επιχειρήσεων: Τρία μέλη του ΔΣ της neuropublic προέρχονται από την πειραιως: ο πρόεδρος του ΔΣ της neuropublic είναι πρώην υψηλόβαθμο στέλεχος της πειραιως και δύο μέλη είναι ένα νυν και ένα πρώην στέλεχος της πειραιως. Δύο μέλη προέρχονται από την γαια: ο πρώην διευθύνων σύμβουλος και ο νυν οικονομικός διευθυντής της γαια. Τα υπόλοιπα δύο μέλη του ΔΣ της neuropublic είναι ένα στέλεχος της latsco και ένας ιδιώτης επενδυτής. Αντίστοιχα, η διευθύνουσα σύμβουλος της neuropublic είναι μέλος του ΔΣ της γαια καθώς η neuropublic κατέχει το 38.8% των μετοχών της γαια.
γαια επιχειρείν. Ιδρύθηκε το 2014 με κύριους μετόχους την θυγατρική εταιρία της πειραιως Κεντρο Βιώσιμης Επιχειρηματικότητας εξελιξη (24.9%), την neuropublic (38.8%) που κατέχουν μαζί συνολικά το 63.7% των μετοχών της γαια. Το υπόλοιπο 36.3% το μοιράζονται 73 συνεταιριστικές οργανώσεις, 17 ιδιωτικές εταιρίες και 6 φυσικά πρόσωπα. Στο 9-μελές διοικητικό συμβούλιο της γαια διευθύνων σύμβουλος είναι ένα πρώην στέλεχος της neuropublic, ενώ μέλος του ΔΣ της γαια είναι και η διευθύνουσα σύμβουλος της neuropublic. Ένα μέλος του ΔΣ της γαια είναι στέλεχος της πειραιως και τα υπόλοιπα 5 μέλη προέρχονται από την σασοε και άλλους συνεταιρισμούς. Αντίστοιχα η γαια συμμετέχει στο ΔΣ της neuropublic με δύο μέλη ΔΣ. Η γαια έχει ένα δίκτυο με περισσότερα από 100 κυδ σε όλη την χώρα και συνεργάζεται στενά με την πειραιως και την neuropublic σε εφαρμογές ευφυούς γεωργίας και άλλες επιχειρηματικές δράσεις και επενδύσεις στον χώρο της αγροδιατροφής. Επί πλέον η γαια εκπροσωπεί την Ελλάδα στην Επιτροπή Επαγγελματικών Αγροτικών Οργανώσεων της Ευρώπης (copa) ενώ εκπροσωπούσε την Ελλάδα μέχρι το 2018 και στην Γενική Συνομοσπονδία Αγροτικών Συνεταιρισμών (cogeca) στην οποία την διαδέχτηκε η σασοε. Από τον Ιούνιο του 2024 γενική γραμματέας της copa- cogeca είναι η μέχρι τότε διευθύνουσα σύμβουλος της γαια.
σασοε. Ο σύνδεσμος αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων & επιχειρήσεων ελλάδας, ιδρύθηκε το 2016. Από το 2018 η σασοε εκπροσωπεί την Ελλάδα στην cogeca. Πρίν το 2018 εθνικός εκπρόσωπος στην cogeca ήταν και πάλι η γαiα, παρά του ότι ο επίσημος και θεσμικός εκπρόσωπος των συνεταιρισμών στην χώρα (ν4673/2020) είναι η εθεας (εθνική ενωση αγροτικών ςυνεταιρισμών). Η σασοε συνδέεται στενά με την γαiα με δύο μέλη στο ΔΣ: τόν ίδιο τον πρόεδρο της σασοε, καθώς και με ένα ακόμη μέλος του ΔΣ.
cognitera. Ιδρύθηκε το 2020 με δραστηριότητες παρόμοιες με αυτές των neuropublic και γαια. Στο ΔΣ συμμετέχουν ένας εκ των μετόχων της neuropublic και ένας πρώην (2010-12) αντιπρόεδρος του οπεκεπε. Δεν καταφέραμε να εντοπίσουμε την τωρινή ακριβή μετοχική και εταιρική σύνθεση της cognitera. Το 2020, αμέσως μετά την σύστασή της η cognitera διεκδίκησε σε διαγωνισμό την διαχείριση του οσδε, έχασε όμως από την neuropublic η οποία συνέχισε να κρατά την αποκλειστικότητα της διαχείρησης οσδε. Έκτοτε οι δύο εταιρίες cognitera και neuropublic φαίνεται να συνεργάζονται στενά καθώς συν-διεκδικούν και κερδίζουν μαζί διάφορες αναθέσεις έργων από τον οπεκεπε, το υπαατ και άλλους οργανισμούς.
ο ρόλος των αλληλοπλεκόμενων διοικητικών συμβουλίων
Η αλληλοπλοκή διοικητικών συμβουλιων μεταξύ επιχειρήσεων δεν είναι αυτή
καθ’ αυτή παράνομη ούτε εκ προοιμίου ανήθικη ή ύποπτη. Παράνομη θα ήταν πιθανόν, εαν
εξ’ αιτίας αυτής της διασύνδεσης οι αλληλοπλεκόμενες εταιρίες, η τράπεζα ή και οι
συνεταιρισμοί, απεκόμιζαν ωφέλη περισότερα από όσα εάν δεν ήταν
αλληλοπλεκόμενες. Η αλληλοπλοκή θα ήταν ιδιαίτερα προβληματική και κολάσιμη εάν
η αποκομιδή αυτών των ωφελειών ήταν πιθανόν να αποβαίνει σε βάρος των δικαιούχων,
γεωργών ή άλλων επιχειρήσεων του συστήματος αγροδιατροφής. Αυτά παραμένουν υποθέσεις εργασίας εδραζόνενες στην διεθνη βιβλιογραφία και όχι σε αποδεδειγμένες συμπεριφορές εκ μέρους των εταιριών. Η χαρτογράφηση που παραθέτουμε είναι ένα πρώτο βήμα που μπορεί να οδηγήσει στην παραπέρα συστηματική διερεύνηση του θέματος.
Μια βασική παράμετρος είναι η πληροφορία. Το κλάουντ των
δηλώσεων και των γεωργικών και κτηνοτροφικών μονάδων είναι τεράστιο σε μέγεθος,
έκταση και βάθος χρόνου και από καταβολής (2006) ηλεκτρονικού οσδε, εδράζεται
αποκλειστικά στα σέρβερς μιάς και μοναδικής εταιρίας, της neuropublic. Από όσο μπορούμε να γνωρίζουμε τα στοιχεία αυτά δεν τα κατέχουν θεσμικά ούτε ο ίδιος ο οπεκεπε ούτε καμιά άλλη κρατική υπηρεσία ή το υπαατ. Μιά υπόθεση εργασίας που θα ήταν χρήσιμο να
διερευνηθεί είαι κατά πόσο οι αλληλοπλεκόμενες εταιρίες και η τράπεζα, θα μπορούν πιθανόν να έχουν προνομιακή πρόσβαση στις πολύτιμες πληροφορίες του κλάουντ και πώς τίς χρησιμοποιούν. Η ευθύνη της διερεύνησης ανήκει στους αρμόδιους θεσμούς, στην Δικαιοσύνη, στην Βουλή, και στην Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Όπως προκύπτει
από τις μέχρι τώρα δημοσιευμένες πληροφορίες, η υπάρχουσα διακυβέρνηση και το θεσμικό πλαίσιο του συστήματος πληρωμών, δεν κατάφερε να αποτρέψει, αποκαλύψει και καταδείξει έγκαιρα τις ατασθαλίες
που πρόσφατα κατάγγειλε η ερρο και διερεύνησε η Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής. Κυρίως, ούτε ο κατ’ εξοχήν θεσμικά υπεύθυνος φορέας οπεκεπε
πέτυχε να θωρακίσει το σύστημα και να αποτρέψει το σκάνδαλο παρ’ ότι ήταν "υπεύθυνος για την πρόληψη και πάταξη κάθε ατασθαλίας σε βάρος των παραπάνω
πιστώσεων, όπως και την ανάκτηση τυχόν χρηματικών ποσών, τα οποία έχουν
καταβληθεί παρανόμως ή αχρεωστήτως" (Ν.2637/1998/14/§1β). Το ζητούμενο είναι κατά πόσο ο νέος φορέας γδελεπ της ααδε θα καταφέρει να επιτελέσει αυτόν τον ρόλο που η §1β του νόμου ορίζει, ενώ εξακολουθεί να υφίσταται η υπερ-δομή του συστήματος διακυβέρνησης που χαρτογραφούμε εδώ.
Το "σκάνδαλο οπεκεπε" πιθανόν να μην
προέκυψε εξ’ αιτίας του δικτύου αλληλοπλεκομένων εταιριών - προέκυψε όμως ενώ αυτό υφίστατο
και δρούσε, χωρίς βέβαια να αποδεικνύεται άμεση εμπλοκή τους και ευθύνη. Κυρίως το "σκάνδαλο" προέκυψε επειδή το όλο θεσμικό πλαίσιο της χώρας είναι
αδύναμο, με ένα ανολοκλήρωτο κτηματολόγιο και με ελλειπείς μηχανισμούς ελέγχου.
Θα πρέπει επίσης να επισημανθεί ότι
όλο αυτό το πάρτι της λεηλασίας των επιδοτήσεων που απέβει τελικά σε βάρος του συνόλου των γεωργών και
της χώρας, συνέβει κάτω από την μύτη των αγροτικών οργανώσεων και συνεταιρισμών
παρ' ότι κάποιες από αυτές όπως βλέπουμε, συμμετέχουν ενεργά στο δίκτυο διακυβέρνησης. Παρά τις κάποιες σποραδικές παρεμβάσεις και αναφορές από φορείς, όπως η εθεασ, δεν έγινε καμία τεκμηριωμένη, συστηματική, θεσμική παρέμβαση που να οδηγήσει στην αποκάλυψη της κακοδιαχείρησης και στο τερματισμό της, πριν την παρέμβαση έξωχώριων θεσμών όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Αυτό το θεσμικό κενό και το
χάσμα εκπροσώπησης, καλύπτουν οι αλληλοπλεκόμενες και μή, ιδιωτικές επιχειρήσεις, μπαίνοντας στα χωράφια –κυριολεκτικά και μεταφορικά - των συνεταιριστικών
οργανώσεων και φτάνοντας ακόμη και να εκπροσωπούν επίσημα τους γεωργούς και το αγροδιατροφικό
σύστημα της χώρας σε εθνικά και ευρωπαϊκά φόρα.
Όμως, αυτό που θα έπρεπε κυρίως να είχε απασχολήσει την Κυβέρνηση, την Εξεταστική Επιτροπή
της Βουλής, την Εισαγγελία, την Επιτροπή Ανταγωνισμού, δεν είναι μόνο το τι έλεγε,
ποιόν υπονοούσε, πού πήγαινε διακοπές και τι μάρκα αυτοκινήτου οδηγούσε ο γυιός του "φραπέ". Ούτε είναι μείζον το γεγονός - παρ' ότι είναι κολάσιμο πιθανόν ποινικά και σήγουρα πολιτικά - ότι βουλευτές και υπουργοί κατάφεραν
να επιβάλλουν "μαγικές" ή "χεράτες" παρεμβάσεις στο σύστημα των επιδοτήσεων. Δεν είναι αυτά το μείζον του προβλήματος, ούτε και θα λυθεί με συνταγματικές τροποποιήσεις περί ασυμβιβάστου
βουλευτού-υπουργού, ή με την κατάργηση του σταυρού προτίμησης - προτάσεις που ευτυχώς ξεφούσκωσαν γρήγορα. Το μείζον να
αναζητηθεί είναι σε ποιά έκταση η διάτρυτη διακυβέρνηση, το ελλειπές θεσμικό
πλαίσιο, η προφανής ανικανότητα - έως αδιαφορία του κράτους και της πολιτικής
εξουσίας, συνέβαλαν στην διακόρευση του μέλοντος της Ελληνικής γεωργίας. Να
διερευνηθεί περαιτέρω κατά πόσο αυτός ο κακοήθης όγκος της κακής διακυβέρνησης και του διάτρυτου θεσμικού πλαισίου, έχει κάνει μετάσταση και έχει μολύνει
άλλα μέλη του σώματος της Ελληνικής αγροδιατροφής, τις εισροές, την μεταποίηση,
το εμπόριο την διανομή ακόμη και τα συστήματα γεωργικής έρευνας, συμβουλών και
μελετών. Αν και σε ποιά έκταση και βάθος αυτό το διάτρυτο σύστημα διακυβέρνησης μέρος του οποίου αποτελεί το αμάλγαμα εταιρικής αλληλοπλοκής και της
υπό διερεύνηση πολιτικής διαπλοκής, έβαλαν το ελληνικό σύστημα αγροδιατροφής σε
ένα σπιράλ υποανάπτυξης με πιθανούς ωφελημένους ένα υποσύνολο επιχειρήσεων, και μιά δράκα διεφθαρμένων
πολιτικών και κομματικών παρακεντέδων.
Ποτέ άλλοτε δεν προέβαλε εντονότερη η
ανάγκη για έναν θεσμικό επανασχεδιασμό του συστήματος αγροδιατροφής και για ένα
μακροχρόνιο στρατηγικό σχέδιο με ένα συγκροτημένο σύστημα διακυβέρνησης για την
Ελληνική γεωργία και αγροδιατροφή.
ενδεικτική βιβλιογραφία
Cristofoletti, E. and E. Gaffeo (2026). The worth of connections. An assessment of the impact of interlocking directorates on resources allocation. Industrial and Corporate Change
Thépot, F. and A. Tzanaki (2025). Research Handbook on Competition and Corporate Law, Edward Elgar Publishing.
Heemskerk, E. M. (2013). The rise of the European corporate elite: evidence from the network of interlocking directorates in 2005 and 2010. Economy and Society 42(1): 74-101.





